νωγαλίζω

νωγαλίζω
νωγαλεύω, u. νωγαλίζω, Näschereien essen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • νωγαλίζω — νωγαλιζω (Α) [νώγαλα] νωγαλεύω* …   Dictionary of Greek

  • νωγαλίζει — νωγαλίζω pres ind mp 2nd sg νωγαλίζω pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νενωγάλισται — νωγαλίζω perf ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νωγαλίζειν — νωγαλίζω pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νωγάλισμα — τὸ (Α) [νωγαλίζω] συν. στον πληθ. τὰ νωγαλίσματα τα νώγαλα* …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”